Παθήματα και Μαθήματα Μέρος 1ο

Οι πιο αποτυχημένες αγορές μου στον χώρο του κλασσικού αυτοκινήτου, ήταν δύο.

Όχι ότι στις υπόλοιπες έχω αξιόλογη επιτυχία, αλλά οι συγκεκριμένες δύο ήταν ισοδύναμες με ηφαιστειακές εκρήξεις όπου η καυτή λάβα κυλάει και λιώνει τα πάντα στο πέρασμά της.

Ειδικά στη δεύτερη, μιλάμε πως άνοιγα το πορτοφόλι μου και μέσα έβλεπα πεντοχίλιαρα να καίγονται σαν να είναι προσάναμμα σε ψησταριά με αναμμένα κάρβουνα.

Η πρώτη, ή εύκολη, ήταν μια νεανική τρέλα που ευτυχώς πρόλαβε να διορθώσει ο πατέρας μου όταν με πυγμή και πολύ μεγάλη υπομονή κατάφερε να αντιστρέψει μια πώληση (και έχω την εντύπωση πως σε αυτό βοήθησε πολύ και η σκοτεινή εικόνα του ίδιου του πωλητή) και τελείωσε με μια πολύ μεγάλη ικανοποίηση για την μητέρα μου, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο πωλητής σε αυτό το αλισβερίσι, είχε μια μάντρα με παλιοσίδερα και καμένα λάδια στην Κολοκυνθού.

Τον ανακάλυψα τυχαία όταν είχα περάσει από την οικογενειακή βιοτεχνία ενός φίλου που ήταν ακριβώς δύο τετράγωνα δίπλα στη μάντρα του.

Με έκπληξη βρήκα μέσα από τα συρματοπλέγματα, ανάμεσα σε σιδερένια βαρέλια γεμάτα καμένα ορυκτέλαια, σπασμένες παλέτες και κατεστραμμένα αυτοκίνητα, ένα Austin A70 Hereford, στην πιο άθλια κατάσταση που μπορεί να υπάρξει και το οποίο διαπραγματεύτηκα με συνοπτικές διαδικασίες, φωτογράφησα με την mini Kodak Instamatic που είχα πάντα μαζί μου (ναι ήμουν ο πρώτος που αγόρασε κινητό με κάμερα αμέσως μόλις βγήκαν, μου έλυσε τα χέρια) και ελαφρύτερος κατά είκοσι χιλιάδες δραχμές που είχα επάνω μου, επέστρεψα σπίτι για να ανακοινώσω πως “θέλω χώρο” στον κήπο για κάτι που πήρα, αφού πέρασα από το κλασσικό φωτογραφείο της γειτονιάς να εμφανίσω το φιλμ με το απόκτημα.

Η συνέχεια πήγε κάπως έτσι

Πατέρας με γουρλωμένα μάτια: Τι είπες ότι πήρες?

Εγώ: Ένα Austin, θα το φέρω σπίτι να το φτιάξω

Πατέρας: Τι Austin….

Eγώ: Παλιό, του 50

Ο Πατέρας μου κοιτάει τη Μάνα μου: Θα τον σκοτώσω

Η Μάνα μου: Εσύ φταις Κώστα, τον έχεις διαφθείρει. Με όλα αυτά τα περιοδικά που του έδινες και όλες αυτές τις ιστορίες που του έλεγες.

Εγώ: Πατέρα, θα το φτιάξω, δεν θέλει πολλά, να δες έχω φωτογραφίες (αφήνω τις φωτογραφίες στο τραπέζι)

Πατέρας: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ? ΠΟΥ ΤΗ ΒΡΗΚΕΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΑΠΙΛΑ?

Η Μάνα μου: Καλέ, αυτό είναι γλυκούλι, το έχω δει σε μια ταινία με τη Βλαχοπούλου, ήταν που γυρνάγανε από….

Πατέρας: ΕΛΕΝΗ!!!

Η Μάνα μου: Καλά ντε…

Εγώ (αποφασισμένος) Εχω δώσει προκαταβολή είκοσι χιλιάδες…

Πατέρας και η Μάνα μου κοιτώντας ο ένας τον άλλον: ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ… ΕΣΥΥΥΥΥΥ ΦΤΑΙΣΣΣΣΣ.

Μετά από μια σύντομη παύση, μια πολύ μακριά ανάκριση και έναν ακόμα μακρύτερο μονόλογο του πατέρα μου, αφού με μπαγλάρωσε και πήγαμε στη μάντρα, αφού απείλησε θεούς και δαίμονες πως θα κάνει κάθε πιθανή μήνυση για ότι υπάρχει εκεί μέσα, πήραμε πίσω την προκαταβολή και επιστρέψαμε σπίτι για την περίφημη “οικογενειακή συζήτηση”, κατά την οποία ενώ στην αρχή υπήρξε οξύ κλίμα, αργότερα η κουβέντα γύρισε στο “εντάξει, αφού θέλεις να τρώγεσαι με κάτι, να βρούμε τουλάχιστον κάποιο που να αξίζει” και κάπου εκεί η κουβέντα κόπηκε μαχαίρι από τη Μάνα μου, η οποία πάτησε πόδι και είπε: Δηλαδή εμένα θα με έχετε να γυρνάω με το Ζάσταβα για να κάνετε εσείς τις τρέλες σας;

Και έτσι η Μάνα μου απόκτησε ένα Fiat Ritmo..