Το Honda CR–V ήταν πάντα ο «σιωπηλός» συνοδοιπόρος του RAV στην πορεία μορφοποίησης των σύγχρονων SUV’s. Με μια πρώτη ματιά η εμπορική επιτυχία του RAV σκιάσε την προσωπικότητα του CR–V, όμως η ιστορία έδειξε ότι τελικά οι αρχικές επιλογές της Honda ήταν σωστές- και ότι απλά το κοινό δεν ήταν τότε έτοιμο να τις αγκαλιάσει.
Όπως αποδείχθηκε αργότερα λύσεις όπως ήταν η light τετρακίνηση, ο πιο «εντός δρόμου» προσανατολισμός και πολυχρηστικός χαρακτήρας του αμαξώματος του πρώτου CRV, σήμερα όχι μόνο αποτελούν τον κανόνα στην κατηγορία, αλλά έπεισαν ακόμα και την Toyota να τις υιοθετήσει στον πατριάρχη των SUV-το γνωστό μας RAV. Το νέο CRV παραμένει πιστό στις αρχές του προγόνου του έχοντας όμως εξαλείψει -με μια εξελικτική διαδικασία που η Honda γνωρίζει καλά από τις μοτοσικλέτες – σχεδόν όλα τα μειονεκτήματα που χαρακτήριζαν την αρχική έκδοση, τονίζοντας ταυτόχρονα τα πλεονεκτήματα του. Το νέο CR-V είναι κατά 10,5 εκατοστά κοντύτερο και κατά 3,5 εκατοστά χαμηλότερο από το παλιό και όμως παρά την στιλάτη στρογγυλεμένη οροφή πίσω, οι χώροι για επιβάτες και αποσκευές παραμένουν τεράστιοι.
Η εμφάνιση με το πέρασμα του χρόνου δεν έχει αλλάξει δραματικά και παραμένει εξαρτημένη από την ανάγκη της κατηγορίας για μεγάλους χώρους. Η ρεζέρβα έχει μεταφερθεί τώρα πια κάτω από το πάτωμα του χώρου αποσκευών, επιτρέποντας έτσι την τοποθέτηση μιας πρακτικής πόρτας που ανοίγει προς τα επάνω. Το πίσω πλαινό παράθυρο μίκρυνε σε μέγεθος κάτι που έκανε το αμάξωμα να δείχνει πιο όμορφο αλλά ταυτόχρονα βοήθησε στην αύξηση του ύψους του χώρου των αποσκευών. Μπροστά η μάσκα ενώνεται με τους προφυλακτήρες τονίζοντας τους μεγάλους προβόλους του αυτοκίνητου- που μπορεί να μην είναι ότι καλύτερο για τις εκτός δρόμου στιγμές του αυτοκινήτου, αλλά δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σύνολο.
Το φουσκωμένο καπό ενώνεται αρμονικά με το αεροδυναμικό παρμπρίζ καθιστώντας ξεκάθαρες τις πιο «στριτάδηκες» προδιαγραφές του αυτοκίνητου.
Πριν προχωρήσουμε στο εσωτερικό θα ήθελα να κάνω δυο παρατηρήσεις που με ενόχλησαν στο μπροστινό μέρος του αυτοκίνητου. Πρώτα είναι το ότι στον χώρο του κινητήρα υπάρχει σπατάλη χώρου -καθώς μοιάζει να χωράει άλλος ένας κινητήρας πίσω από αυτόν που ήδη υπάρχει. Από ότι γνωρίζω το CRV εξοπλίζεται μόνο με τετρακύλινδρους κινητήρες οπότε κάπου πιστεύω ότι η εκμετάλλευση των χώρων δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Συνεχίζοντας στο δεύτερο σημείο που με ενόχλησε, θα σταθώ στους καθαριστήρες που αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε συνθήκες έντονης χιονόπτωσης. Τις ημέρες που δοκίμαζα το CRV χρειάστηκε πολλές φορές να σταματήσω και να καθαρίσω τον χώρο κάτω από τους καθαριστήρες ο οποίος σταδιακά συσσώρευε χιόνι με αποτέλεσμα μετά από λίγο οι καθαριστήρες να ακινητοποιούνται-κάτι που εκτός από εκνευριστικό είναι και επικίνδυνο. Το «γκρίνια mode» όμως έσβησε με το που μπήκα στο άνετο και φιλόξενο εσωτερικό.
Μπορεί τα πλαστικά στο ταμπλό να είναι σκληρά και το design κάπως συντηρητικό, όμως η διαρρύθμιση και οι πρακτικές λύσεις με κέρδισαν από την πρώτη στιγμή.
Καταρχήν ο λιτός και εργονομικός πίνακας οργάνων παρέχει χωρίς φλυαρίες όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, ενώ το βράδυ ο μπλε φωτισμός τον κάνει ξεκούραστο και όμορφο. Η τοποθέτηση του λεβιέ του κιβωτίου ταχυτήτων πάνω στην κονσόλα απελευθερώνει τον χώρο μεταξύ των καθισμάτων κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο για τους επιβάτες. Τα καθίσματα είναι κάπως σκληρά και κουράζουν στις μεγάλες διαδρομές, ενώ και η πλευρική στήριξη των καθισμάτων βρίσκεται στον μέσο όρο. Πάντως το γεγονός ότι τα πίσω καθίσματα κινούνται εμπρός- πίσω και ότι ρυθμίζεται η κλίση της πλάτης τους αντισταθμίζει κατά κάποιο τρόπο το μειονέκτημα της σκληρότητας τους.
Από την άλλη πλευρά οι χώροι για τα γόνατα και τα κεφάλια είναι επαρκέστατοι και το αυτοκίνητο χάρη στον μεγάλο χώρο αποσκευών(524 λίτρα) θα ταξιδέψει άνετα πέντε επιβάτες. Αν προσέξετε λίγο θα δείτε και αλλές σημαντικές λεπτομέρειες όπως είναι οι πίσω πόρτες ανοίγουν διάπλατα στις 85ο -κάτι που σίγουρα θα εκτιμήσουν όσοι ζούνε με παιδικά καθίσματα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τους.
Η ανάρτηση αποτελείται από γόνατα Mc Pherson εμπρός και μια διάταξη πολλαπλών συνδέσμων πίσω που στηρίζονται πάνω στο αμάξωμα μέσω ενός υποπλαισίου που φροντίζει για την στιβαρότητα και για το φιλτράρισμα των ανωμαλιών του δρόμου.
Στην πράξη η ανάρτηση έχει πολύ γρήγορη επαναφορά και αρκετά σκληρά ελατήρια με αποτέλεσμα να κουράζει ειδικά τους πίσω επιβάτες σε μεγάλες διαδρομές. Τα φρένα αποτελούνται από δίσκους γύρω γύρω και έχουν καλή αίσθηση και δύναμη. Στο αυτοκίνητο της δοκιμής που είχε πάνω από 28,000 χλμ, κάποιοι καλοί συνάδελφοι είχανε φροντίσει να πιούνε το αίμα των δίσκων, οι οποίοι είχανε λεπτύνει τόσο πού έμοιαζαν με CD- οπότε δεν μπορώ να σας πω εάν τα φρένα είναι ανθεκτικά ή όχι. Το τιμόνι έχει πολύ καλή αίσθηση και παρόλο που έχει κάπως μακριά κλιμάκωση μου άρεσε ιδιαίτερα γιατί συνεργάζεται απόλυτα με την ανάρτηση. Στο CRV γενικά η ρύθμιση της μπροστινής ανάρτησης με εντυπωσίασε με την ασφάλεια που παρέχει στον μέσο οδηγό.
Η μαγική συνταγή των μηχανικών της Honda πρέπει να οφείλεται στην ρύθμιση της εμπρός ανάρτησης-που κάνει το εμπρός μέρος να είναι ακλόνητο- σε συνδυασμό με το σύστημα της τετρακίνησης με τις δύο αντλίες.
Συνήθως οι κατασκευαστές κάνουν τα αυτοκίνητα ελαφρά υποστροφικά προκειμένου να προστατεύσουν τους άσχετους οδηγούς από την ¨δύσκολια” της υπερστροφής, όμως η λειτουργία της τετρακίνησης της Honda επέτρεψε στους σχεδιαστές να παρουσιάσουν ένα αυτοκίνητο με πολύ θετικό τιμόνι.
Το αυτοκίνητο συνήθως είναι εμπροσθοκίνητο όσο οι δύο αντλίες που κινούνται από το εμπρός και το πίσω τμήμα του κεντρικού άξονα παράγουν την ίδια πίεση. Εάν παρουσιαστεί διαφορά περιστροφής μεταξύ των δύο αξόνων, τότε αμέσως παρουσιάζεται διάφορα και στην περιστροφή των αντλιών, οπότε αλλάζει η πίεση σε ένα συμπλέκτη και έχουμε μεταφορά της κίνησης πίσω.
Μέχρι εδώ όλα είναι όμορφα, όμως όπως βρήκα τις μέρες που οδηγούσα το CRV στην παγωμένη Αττική το σύστημα λόγο των δύο αντλιών- σε αντίθεση με το Hadlex που έχει μια αντλία- δουλεύει και ανάποδα! Και εξηγούμαι: με κλειστά τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στον πάγο εύκολα βρήκα ότι η ανάρτηση είναι ρυθμισμένη υπερστροφικά -έχοντας το μπροστινό μέρος καρφωμένο στον δρόμο και το πίσω να έχει μια τάση να χάνει πιο εύκολα την πρόσφυση του. Όταν λοιπόν γλιστρήσει πρώτο το πίσω μέρος -επειδή οι πίσω τροχοί γυρνούν στιγμιαία πιο γρήγορα προκαλώντας την υπερστορφή, οι δύο αντλίες λειτουργούν και ανάποδα και εξισορροπούν τους ρυθμούς περιστροφής τους- περνώντας την ροπή από τους πίσω τροχούς- που περιστρέφονται γρηγορότερα- στους εμπρός!
‘Έτσι ενώ το αυτοκίνητο είναι στιγμιαία υπερστροφικό, πριν το καταλάβεις ανοίγει την πορεία του και γίνεται ουδέτερο μέχρι να επανέλθει σε ισορροπία. Η διαφορά με ότι άλλο υπάρχει είναι ότι οι περισσότερες αναρτήσεις για να πετύχουν την ουδέτερη συμπεριφορά είναι ρυθμισμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να «πουλάνε» λίγη πρόσφυση από τον εμπρός άξονα προκαλώντας την υποστροφή που δεν τρομάζει τον μέσο οδηγό.
Στους παγωμένους δρόμους το σύστημα της Honda στην πιο εξελιγμένη του μορφή δουλεύει μαγικά –και επειδή… δεν υπάρχει μαγεία, νομίζω ότι αξίζουν συγχαρητήρια σε αυτούς που το σχεδιάσανε. Το αυτοκίνητο βοηθούμενο και από το σχετικά μικρό βάρος των 1320 κιλών, ξεκινούσε σε δύσκολα παγωμένα σημεία και με τους τέσσερις τροχούς να σπινάρουν ταυτόχρονα- κάτι που δείχνει ότι το πράγμα λειτουργεί!( για του λόγου το αληθές δείτε και το video που ακλουθεί). Δεν σας κρύβω ότι έπαιξα και λίγο real–time “Collin McRae”, όπου δεν με χάλασε τόσο το ανεκδιήγητης αισθητικής χειρόφρενο , όσο το γεγονός ότι λόγω της υδραυλικής λειτουργίας- και της φιλοσοφίας του συστήματος τετρακίνησης, το αυτοκίνητο αδυνατεί να κάνει «χειρόφρενα» .
Φτάνεις στην παγωμένη φουρκέτα, τραβάς το χειρόφρενο και -αντί να γυρίσει το πίσω μέρος, μετά από λίγο φρενάρουν και οι εμπρός τροχοί χαλώντας την διασκέδαση σου! Δεν οδήγησα το αυτοκίνητο σε δύσκολες εκτός δρόμου διαδρομές (λάσπη, πέτρες), όμως το οδήγησα σε κάθε είδους παγωμένη επιφάνεια και το CRV παρά τα ταλαιπωρημένα του λάστιχα με πήγε παντού «παλικάρι» σε αντίθεση με το Mitsubishi Outlander– που είχα δοκιμάσει την προηγούμενη εβδομάδα και το οποίο με εξέθεσε ανεπανόρθωτα όταν κόλλησα σε μια μέτριας δυσκολίας παγωμένη διαδρομή στον Διόνυσο. Η φήμη ότι το CRV έχει αργή απόκριση στην εμπλοκή του πίσω άξονα είχε φτάσει και στα δικά μου
αυτιά, αλλά κατέρρευσε όταν είδα την λειτουργία της τετρακίνησης στον πάγο.
Πίστεψα λοιπόν ότι πρόκειται για μια ακόμη ανυπόστατη φήμη μέχρι που οδήγησα το αυτοκίνητο σε πιο εύκολες συνθήκες! Στους βρεγμένους-αλλά και στους στεγνούς-δρόμους φάνηκε τελικά ότι ο απαιτούμενος χρόνος εμπλοκής του συστήματος τετρακίνησης είναι αισθητά πιο μεγάλος, αφού χρειάζεται πρώτα να σπινάρουν λίγο οι εμπρός τροχοί και μετά από μισό περίπου δευτερόλεπτο νοιώθεις το σύστημα να μεταφέρει την επιπλέον ροπή στους πίσω τροχούς. Αυτό σίγουρα αποθαρρύνει την επιθετική οδήγηση, αλλά μην ξεχνάτε ότι σε καμία περίπτωση το CRV δεν έχει φτιαχτεί για να κάνει χρόνους σε ειδικές διαδρομές. Παρόλα αυτά στους επαρχιακούς δρόμους- όπου οι κλειστές στροφές έχουν τον πρώτο λόγο-η γεωμετρία της ανάρτησης εξακολουθεί να συνεργάζεται με τις δύο αντλίες της τετρακίνησης προσφέροντας στον μέσο οδηγό μια ασφαλέστατη συμπεριφορά. 
Η τετρακίνηση αποτρέπει την τοποθέτηση υπερστροφής πριν από μια στροφή-όσο φρένο και να πατήσεις πριν ή μέσα στην στροφή – παρόλο που η ρύθμιση της ανάρτησης είναι τέτοια που θα επέτρεπε αρκετό παιχνίδι. Το σύστημα μπορεί να μην ικανοποιεί τις πιο extreme off road φαντασιώσεις των ειδικών, ή να αδυνατεί να λειτουργήσει με τον ιδανικό τρόπο ώστε να κερδίσεις δευτερόλεπτα στην γρήγορη οδήγηση σε στροφές, όμως είναι ο καλύτερος σύμμαχος του μέσου οδηγού στην ασφαλή και προβλέψιμη οδήγηση σε ολισθηρές συνθήκες.
Συγκρίνοντας το σύστημα 4Χ4 του CRV με τον ανταγωνισμό μπορεί να είναι αρκετά πίσω από εκείνα ενός Forester ή ενός X3, όμως στέκεται άνετα διπλά στα Outlander/Patriot/ 4007 και RaV με αξιώσεις. Οι περιορισμοί στις εκτός δρόμου δυνατότητες του αυτοκίνητου δεν θα έρθουν άλλωστε από την τετρακίνηση, αλλά από τα μόλις 18 εκατοστά του ύψους του αμαξώματος από το έδαφος και κυρίως από τις πολύ μικρές διαδρομές των αναρτήσεων που στις ανωμαλίες «κρεμάνε» τους τροχούς πολύ εύκολα.
Το Honda CRV– είναι ένα οικογενειακό αυτοκίνητο που προφέρεται για χαλαρά και ασφαλή οικογενειακά ταξίδια-και πράγματι στον αυτοκινητόδρομο χάρη στον δίλιτρο ροπάτο i–Vtec των 150 ίππων και το «σφικτό» εξάρι κιβώτιο το SUV της Honda ξεδιπλώνει όλα του τα χαρίσματα και εντυπωσιάζει. Το κιβώτιο αναδεικνύει τις δυνατότητες του κινητήρα, έχει καλή αίσθηση, όμως μερικές φορές «σκαλώνει» στις πολύ γρήγορες αλλαγές 2ης -3ης.
Ο κινητήρας τραβά θετικά από τις 1,200 σαλ φτάνοντας γρήγορα και χωρίς ξεσπάσματα τον κόφτη στις 7,100σαλ. Όλο αυτό το φάσμα στροφών είναι εκμεταλλεύσιμο χαρίζοντας απολαυστικές δυνατότητες τόσο στην πόλη όσο και στον αυτοκινητόδρομο. Χάρη στο αεροδυναμικό αμάξωμα, τον ροπάτο κινητήρα και την 6η ταχύτητα το CRV ταξιδεύει με 150χλμ/ω στον αυτοκινητόδρομο ήσυχα και οικονομικά.
Η κατανάλωση των 11,2 λίτρων στο ταξίδι (12,5 στην πόλη) είναι απόλυτα λογική εάν σκεφτούμε το μέγεθος και τις επιδόσεις του αυτοκίνητου. Η τελική των 190 χιλιομέτρων και η επιτάχυνση των 10,2 στα 100χλμ/ω είναι αξιοπρεπή νούμερα για την κατηγορία, όμως ο άχαρος ηλεκτρονικός κόφτης που σταματά με τ ” έτσι θέλω” το γλέντι στα 195 χλμ/ω με ενόχλησε… Ακόμα και σε αυτές τις ταχύτητες το αυτοκίνητο παραμένει ήσυχο και σταθερό διατηρώντας την πορεία που χαράζει το ακριβές τιμόνι αδιαφορώντας για τους πλευρικούς ανέμους. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν γιατί δεν μας εμπιστεύονται και μας βάζουν εκεί τον ηλεκτρονικό αστυφύλακα να μας την σπάει!
Προφανώς, δεν είχαν εμένα στο μυαλό τους όταν έφτιαχναν το CR–V!
Συνοψίζοντας πιστεύω ότι το CRV είναι σήμερα ένα από τα καλύτερα SUV της κατηγορίας, όμως έχει πρόβλημα.. τιμής! Βλέπετε η τιμή του βρίσκεται κοντά στην X3 που γενικά είναι παντου καλύτερη, ενώ είναι μακριά από RAV και Outlander που προσφέρουν τις ίδιες –αν όχι καλύτερες λύσεις- σε πολύ πιο προσιτές τιμές. Τα Honda ήταν πάντα ακριβά αυτοκίνητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όμως ο ανταγωνισμός είναι πολύ σκληρός και δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν. Είναι γεγονός ότι τελικά με τα ορθολογικά κριτήρια ενός οικογενειάρχη ένα Outlander– για παράδειγμα- προσφέρει περισσότερα σε αρκετά χαμηλότερη τιμή, όμως ευτυχώς για την Honda τα κριτήρια δεν είναι πάντα αντικειμενικά. Όσο εμείς οι άνθρωποι θα λέμε: «ξέρω ότι ακούγεται παράλογο αλλά το βρίσκω όμορφο» θα υπάρχουν λύσεις για να καλύπτουν τα γούστα μας- που θα είναι διαφορετικά- όσο όλοι εμείς θα είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας! Για αυτό σας λέω- χωρίς να μπορώ ακριβώς να δικαιολογήσω το γιατί, ότι το CRV μου άρεσε πάρα πολύ- και ότι εάν ήθελα να αγοράσω ένα αυτοκίνητο σε αυτή την κατηγορία θα το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά!
Δεν με ευχαρίστησε
- Οι μικρές διαδρομές των αναρτήσεων και το μικρό ύψος από το έδαφος.
- Η υψηλή τιμή.
Θα θυμάμαι
- Το όμορφο design που προσφέρει χώρους και λύσεις στην σύγχρονη οικογένεια.
- Την ασφαλή συμπεριφορά ιδιαίτερα σε ολισθηρούς δρόμους.
Ισμήνη Φαμπιάτου




































δείξω κιόλας με φωτογραφίες- γιατι θα πρέπει να επισκεφθείτε το μέρος αυτό και εσείς.. Τα λουτρά βρίσκονται περίπου 50 χιλιόμετρα βόρεια της Έδεσσας και ο συντομότερος και πιο διασκεδαστικός δρόμος για να βρεθεί κανείς εκεί είναι μέσο Λαμία Δομοκού κτλ. Όμως εμείς συζητώντας και προσπαθώντας να αποφασίσουμε για το εάν θα πάμε στην Αλεξανδρούπολη, ή την Αριδαία (!) είχαμε ήδη φτάσει στα Τέμπη. Η Εγνατία Οδός αποτελεί μια πραγματικά ευχάριστη εμπειρία για εμάς τους Αθηναίους, αφού και δωρεάν είναι (ήταν όταν γράφτηκε το άρθρο) , αλλά και η χάραξη, το πλάτος και η ποιότητα της ασφάλτου και θυμίζει έντονα την Αττική Οδό με όμορφη θέα. Στην Βέροια εγκαταλείψαμε την Εγνατία και κατευθυνθήκαμε προς την Έδεσσα και στην συνέχεια στο Λουτράκι της Αριδαίας, όπου μέχρι να φτάσουμε εκεί η ώρα είχε φτάσει 11,30 το βράδυ.Βρήκαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο Filoxenia έναντι € 40 την νύχτα μαζί με πρωινό.Το δωμάτιο ήταν καθαρό και μεγάλο, ενώ μέσα στην τιμή αυτή μας προμήθευσαν και με ξύλα για το τζάκι που έκαιγε όλη την νύχτα. Το πρωί καταλάβαμε ότι το δωμάτιο δεν είχε ακόμα πατζούρια(λόγω ανακαίνησης) αφήνοντας τον ήλιο να μας τρυπά τα μάτια από τις 7 το πρωί. Αυτό τελίκα αποδείχτηκε σωτήριο γιατί έτσι μπορέσαμε να πάμε στα λουτρά νωρίς πριν”πλακώσει” ο πολύς ο κόσμος. Παρόλο που η φύση έχει χαρίσει απλόχερα σε αυτόν τον τόπο τις ομορφιές της, δυστηχώς η επέμβαση των Νεο-Ελλήνων στην φύση είναι για μια ακόμα φορά τουλάχιστον αποκαρδιωτική. Πρέπει να προσποιηθείς ότι δεν βλέπεις τους μικροπωλητές που πουλάνε τα πάντα (από καπέλα, πετσέτες, μηχανάκια του φραπέ, μέχρι παστέλι και μέλια) και την κακογουστιά του Ελληνικού δημοσίουτο οποίο στην δεκαετία του 1970 έστησε κάτι ανεκδιήγητες παράγκες και ένα ξενοδοχείο-θρίλερ μέσα σε ένα από τα πιο μαγευτικά τοπία του κόσμου…. Ευτυχώς που ένα ε
πιδοτούμενο πρόγραμμα από την ΕΕ βοήθησε στην ανάδειξη του φυσικού τοπίο, χρηματοδοτόντας την κατασκευή ενός μονοπατιού που ξεκινά από το σημείο που τελειώνουν τα «δρακουμέλ» τσαντίρια της ελληνικής πραγματικότητας και που σε ανεβάζει περίπου 1000 με 1500 μέτρα μέσα στο μαγευτικό φαράγγι. Εμείς καθίσαμε μέσα στο φυσική πισίνα με το ζεστό νερό για τουλάχιστον 35 λεπτά και χαλαρώσαμε απολαμβάνοντας τους καταρράκτες με το ζεστό νερό και τον λαμπερό ανοιξιάτικο ήλιο. Μετά από λίγο όμως «πλάκωσε» το ειδικό γκρουπ το οποίο αποτελείτο αποκλειστικά από υπέρβαρες κύριες με τσιρικτές φωνές. Ο παράδεισος μετατράπηκε σε κόλαση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα καθώς οι φωνές, η αγένεια και τα σπρωξίματα πήραν την θέση της απόλαυσης και της απόλυτης ηρεμίας. Προλάβαμε να βγούμε έξω από το νερό πριν μας πνίξει το “ΤΑΧΝ”(Τάγμα Αγενών Χοντρών Νεοελληνίδων). Αυτές οι κυρίες δυστυχώς κυκλοφορούν δίπλα μας αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο πέρα από την πάρτη τους και τρέφονται από την ανοχή μας! Σκουπιστήκαμε και ανηφορίσαμε το μονοπάτι που οδηγεί σε ένα προϊστορικό σπηλαίο (το οποίο έχει είσοδο € 2,5 ) και στην συνέχεια-σε μια διαδρομή μνημείο στην φυσική ομορφιά-απολαύσαμε το λαμπερό ανοιξιάτικο τοπίο στην σκιά του χιονισμένου Βόρρα που φιλοξενει το χιονοδρομικό
Οι υπεύθυνοι διάνοιξης των δρόμων όμως έχουν άλλη γνώμη και έτσι ο δρόμος αυτός παρόλο που είναι ένας απόλυτα βατός χωματόδρομός δεν καθαρίζεται από τα χιόνια. Έτσι μετά από δεκαπέντε χιλιόμετρα ανηφόρας το λαπαδιασμένο χιόνι νίκησε με απίστευτη ευκολία το x drive της BMW και το Χ3 βρέθηκε ακινητοποιημένο με την κοιλία του να ακουμπά το μαλακό χιόνι…Ευτυχώς που ο δρόμος ήταν ανηφορικός και έτσι με αρκετή προσπάθεια καταφέραμε να ξεκολλήσουμε το βαρύ αυτοκίνητο. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι είχαμε μαζί μας ποδήλατα και έτσι ενώ ο ένας οδηγούσε το αυτοκίνητο, ο άλλος κατέβαζε το ποδήλατο στον κατηφορικό δασικό δρόμο στα όρια της πρόσφυσης του δικυκλου. Νικημένοι αλλά χαρούμενοι από την ποδηλατική μας εμπειρία βάλαμε “πλώρη” για το Νυμφαίο το οποίο βρίσκεται χτισμένο σε υψόμετρο 1350 μέτρων μέσα στα δάση του όρους Βίτσι. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα και γραφικά χωριά του τόπου μας και αξίζει οπωσδήποτε να περάσετε ένα ήσυχο σαββατοκύριακο εκεί. Υπάρχουν πολλοί και κυρίως καλόγουστοι Ξενώνες, ενώ τα εστιατόρια προσφέρουν καλό και σχετικά φτηνό φαγητό. Οι άνθρωποι επηρεασμένοι από την φυσική ομορφιά είναι φιλόξενοι και καλόκαρδοι και φυσικά όλοι νοιώθουν περήφανοι γιατί στον τόπο τους φιλοξενούν το μοναδικό καταφύγιο για άγριες αρκούδες στα Βαλκάνια- τον γνωστό
εύσαμε με πολύ λίγα χρήματα, €25 για ένα δίκλινο, ενώ στις γραφικές ταβέρνες απολαύσαμε με την ησυχία μας το παραδοσιακό τσίπουρο και τα φρέσκα τοπικά ψάρια. Την άλλη ημέρα το νωρίς πρωί και πριν πιούμε τον καφέ μας, νοικιάσαμε μια βάρκα και παρόλο το τσουκτερό κρύο που κατέβαινε από τα βουνά της Αλβανίας και των Σκοπίων, ταξιδέψαμε στα νότια παράλια της Μεγάλης Πρέσπας. Εκεί είδαμε το γνωστό «τριεθνές» την εκκλησία της Μεταμόρφωσης και εντυπωσιαστήκαμε από την Παναγία την Ελεούσα που χτίστηκε μέσα σε ένα βράχο το 1410. Μέσα στην απόλυτη ηρεμία της απέραντης αυτής λίμνης ζει ένας μεγάλος αριθμός πτηνών που αξίζει να δείτε. Τα € 20 που πληρώσαμε για την βόλτα των 40 λεπτών μπορεί να μας φάνηκαν αρκετά, αλλά η εμπειρία που κερδίσαμε ήταν μοναδική και αξέχαστη. Μετά από ένα πρωινό καφέ επισκεφτήκαμε το περίεργο νησάκι του Άγιου Αχχίλειου με τον Βυζαντινό νάο και τους λιγοστούς κατοίκους του που βρίσκεται στην Μικρή Πρέσπα. Μια πλωτή γέφυρα μήκους σχεδόν ενός χιλιόμετρου, αντικατέστησε την πλωτή καλύβα που εκτελούσε χρέη ferry boat για το ακριτικό αυτό χωρίο και έδωσε με αυτό τον τρόπο μια νέα ευκαιρία για τουριστική ανάπτυξη στο νησί. Στα στενά δρομάκια του χωριού είδαμε το πιο όμορφο τρακτέρ της Ελλάδας, αλλά και μια κούκλα δεμένη με σχοινί σε ένα φράκτη –λες και βρίσκεσαι στο νησί των ζόμπι και του βουντού. Το νησί έχει μια περίεργη αύρα που δεν μπορώ να την περιγράψω για αυτό και σας προτείνω να το επισκεφτείτε. Στη συνέχεια βρεθήκαμε στο χωρίο Άγιος Γερμανός στην Μικρή Πρέσπα- και αφού γνωρίσαμε το πιο όμορφο «ελληνικό ποιμενικό» που έχουμε δει, βγάλαμε τον χάρτη για να δούμε τον δρόμο της επιστροφής. Είδ
αμε ότι θα μπορούσαμε να γυρίσουμε μέσω της Δυτικής Ελλάδας και έτσι ξεκινήσαμε με προορισμό την… Κοζάνη. Εκεί επειδή νομίζαμε ότι είχαμε αρκετό χρόνο, απολαύσαμε με τα ποδήλατα μας τον γύρο της λίμνης μέσα σε ένα φανταστικό δρομάκι που ακολουθεί τις όχθες της λίμνης. Πρόκειται για μια από τις πιο όμορφες διαδρομές για ποδηλατάδα που έχω συναντήσει.. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο για το φρικτό milk shake που μας προσφέρανε αντί € 4 το ένα στην παραλία της Λίμνης. Το καλό είναι ότι εκεί είχαμε την χαρά να δούμε το επίμονο φλερτάρισμα ενός αρσενικού κύκνου σε μια θηλύκια, που μας χάρισε άφθονο γέλιο με την επιμονή και την αφοσίωση του αρσενικού για το βασικό ενιστικό! Είχε ήδη φτάσει μεσημέρι και εμέις αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε για τα Ιωάννινα, αλλά μετά από ένα λάθος στην πλοήγηση( γιατί: «εμείς δεν ρωτάμε, εμείς έχουμε τις απαντήσεις») βρεθήκαμε σε μια μαγευτική διαδρομή που μας πέρασε πολύ κοντά από τα αλβανικά σύνορα και μας οδήγησε στα Ιωάννινα μέσω των στενών δρόμων των Ζαγοροχωρίων. Τελικά μετά από μια μοναδική αλλά και κουραστική διαδρομή φτάσαμε στα Ιωάννινα περίπου στις 6,30 το απόγευμα όταν δηλαδή είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Κατεβάσαμε τα ποδήλατα και αφού κάναμε μια βόλτα στην Λίμνη και περιπλανηθήκαμε μέσα στην πόλη και το κάστρο, καθίσαμε για ένα καφέ στα σοκάκια των Ιωαννίνων. Εκεί β
ρήκαμε πολύ όμορφα μπαράκια με πολύ και ωραίο νέο κόσμο να απολαμβάνει την απογευματινή του βόλτα την πρώτη Κυριακή του Απριλίου. Εμείς επειδή δεν είχαμε κάνει αρκετά χιλιόμετρα για μια ημέρα…αποφασίσαμε να πάμε να φάμε στην Ναύπακτο στην «Μαρία» και να κοιμηθούμε εκεί γιατί δεν προλαβαίναμε να γυρίσουμε στην Αθήνα. Η «κοπάνα της Δευτέρας» ήταν ήδη γεγονός!






